Ο Μηταράκης και το Οβάλ Γραφείο του Μαξίμου

15:47
15.01.2020

Μόλις έξι μήνες μετά τον εκλογικό θρίαμβο του Ιουλίου, η πλειοψηφία, ή καλύτερα το Μαξίμου, αντιλαμβάνεται ότι ο δρόμος της διακυβέρνησης δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.

Η αιφνιδιαστική απόφαση του κ. Μητσοτάκη να συστήσει υπουργείο Μετανάστευσης, το οποίο είχε καταργήσει ως αχρείαστο, επειδή ήταν επιλογή ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση έρχεται πλέον αντιμέτωπη με τη χειρότερη πραγματικότητα. Ανεξέλεγκτες ροές μεταναστών εισχωρούν στη χώρα μας, οι Ευρωπαίοι κωφεύουν ως συνήθως, η Τουρκία απειλεί και οι τοπικές κοινωνίες βράζουν. Μετά από έξι μήνες χαώδους διαχείρισης στο μεταναστευτικό, ο πρωθυπουργός επέλεξε να επανασυστήσει το υπουργείο και να ορίσει επικεφαλής δύο πρόσωπα, τα προσόντα των οποίων θα σχολιάσω παρακάτω.

Η επί έξι μήνες λάθος διαχείριση του μεγαλύτερου προβλήματος της Ελλάδας, που είναι το μεταναστευτικό, δείχνουν και τα όρια του περιβόητου «Οβάλ Γραφείου» που ονειρευόταν ο πρωθυπουργός. Το μοντέλο διακυβέρνησης που επέλεξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, το οποίο μοιάζει περισσότερο με προεδρική δημοκρατία παρά με το πρωθυπουργικοκεντρικό ελληνικό μοντέλο, είχε προκαλέσει εξαρχής επιφυλάξεις σε όλους εκείνους που αντιλαμβάνονταν ότι το έλλειμμα παράδοσης, υποδομής και εμπειρίας δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για να αποτύχει το εγχείρημα. Ο πρωθυπουργός το επέλεξε τελικά, αλλά η στελέχωσή του είχε εξαρχής σοβαρές αδυναμίες. Πλην του πρωθυπουργού και ίσως ενός ή δύο συνεργατών του, οι υπόλοιποι δεν είχαν καμία εμπειρία διακυβέρνησης. Ακόμα χειρότερα, η κατάργηση των μετακλητών στερούσε το Μαξίμου από χέρια που θα μπορούσαν να «τρέξουν» τα υπουργεία και τη χώρα σε μια πολύ κρίσιμη χρονική στιγμή. Η ανάκαμψη της χώρας ήταν ένα τιτάνιο, ούτως ή άλλως, σχέδιο.

Οι δυσλειτουργίες φάνηκαν από τις πρώτες μέρες της διακυβέρνησης. Η απομάκρυνση του Θεοδωρικάκου και του Ζούλα, που είχαν «τρέξει» σε κρίσιμους τομείς το γραφείο του Μητσοτάκη και αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, προκάλεσε εμφανές κενό. Υπουργοί, υφυπουργοί και σύμβουλοι εγκατεστημένοι στο Μαξίμου ήταν άφαντοι, δεν απαντούσαν καν στα τηλέφωνα, ενώ ήταν έκδηλη η απουσία ενός προσώπου που θα ομογενοποιούσε πολιτικά και επικοινωνιακά την πολιτική της κυβέρνησης. Πολύ χειρότερα, όπως λέγεται, άρχισαν νωρίς οι ανταγωνισμοί, με αποτέλεσμα το Μαξίμου να χάσει το στοιχείο της ομαδικότητας, ενώ κάποιοι σύμβουλοι στην πράξη δεν φαίνεται να ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες.

Το επιτελικό κράτος, όπως είχε πει προφητικά πριν από λίγους μήνες στη Βουλή ο Ανδρέας Λοβέρδος, πολλαπλασίασε -αντί να λύσει- τα προβλήματα της γραφειοκρατίας στην ελληνική κοινωνία και στην οικονομία. Οι δυσλειτουργίες του Μαξίμου σε συνδυασμό με το νέο μοντέλο διακυβέρνησης, όπου όλα αποφασίζονται από το Μαξίμου και οι υπουργοί καλούνται να εφαρμόσουν τις αποφάσεις του, όχι μόνο τους ακύρωναν αλλά τους έβαζαν και σε τροχιά μελλοντικής ψυχικής αποστασιοποίησης από τον πρωθυπουργό. Το δόγμα ότι το Μαξίμου εισπράττει τη δόξα και οι υπουργοί τη «χλαπάτσα», όταν γίνει η στραβή, λειτουργεί (νομοτελειακά) αποσυσπειρωτικά για κάθε κυβέρνηση.

Από τη μεταπολίτευση και μετά, εκτός από τη σύντομη παρένθεση ΓΑΠ που συμπεριφερόταν πριγκιπικά στους υπουργούς του, οι πρωθυπουργοί κυβερνούσαν συναινετικά κρατώντας τα προσχήματα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διαμόρφωναν την πολιτική τους συνυπολογίζοντας τις απόψεις των κορυφαίων υπουργών τους, χωρίς αυτό να ακυρώνει την εξουσία τους που προερχόταν από το Σύνταγμα και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Φυσικά, δεν τους εμπόδιζε να απομακρύνουν υπουργούς, για τον οποιοδήποτε λόγο. Η αντίληψη αυτή ενοποιούσε τις παρατάξεις τους, παρά τις διαφορές, και διασφάλιζε την εσωκομματική τους λειτουργία, ενώ, κυρίως, θωράκιζε την ενότητά τους.

Σήμερα, περίπου έξι μήνες μετά την ορκωμοσία της, η κυβέρνηση μοιάζει να έχει αιφνιδιαστεί τόσο από τις εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά όσο και από το μεταναστευτικό, στα προβλήματα δηλαδή που αποτελούν βραδυφλεγή βόμβα. Αρχικά ορίστηκε ο Θεοδωρικάκος για το μεταναστευτικό και στη συνέχεια επιστρατεύτηκε ο Χρυσοχοΐδης. «Αδειάστηκαν» και οι δύο όταν αντέδρασαν οι τοπικές κοινωνίες στη μετεγκατάσταση χιλιάδων μεταναστών στη γειτονιά τους. Η κυβέρνηση άλλαξε σχέδιο, αποφασίστηκε να γίνουν κλειστές δομές στα νησιά και ορίστηκε επικεφαλής ο υφυπουργός Άμυνας Στεφανής, ο οποίος στο μεταξύ λοιδορήθηκε για τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά του. Αιφνιδίως όλοι παραμερίζονται και αρμόδιος υπουργός προκύπτει ο Νότης Μηταράκης, ο οποίος δεν διαθέτει καμία πρότερη εμπειρία στο κρίσιμο πόστο. Δεν θα ήθελα να πιστέψω ότι υπουργοποιήθηκε ώστε να τον απομακρύνουν από τον ανταγωνιστικό Γιάννη Βρούτση!

Η επανίδρυση του υπουργείου αποτελεί αναγνώριση του αρχικού λάθους, κάτι που είναι θετικό, ωστόσο η τοποθέτηση του κ. Μηταράκη, ο οποίος στερείται εμπειρίας και ενδεχομένως ικανοτήτων, και η υποβάθμιση του κ. Κουμουτσάκου δεν αποτελούν καλά δείγματα. Ο κ. Μηταράκης, πλην του ότι κατάγεται από τη Χίο ή ότι προπηλακίστηκε προσφάτως στο νησί (επειδή άλλα έλεγε προεκλογικά η ΝΔ για τους μετανάστες και άλλα σήμερα ως κυβέρνηση), δεν έχει το ειδικό πολιτικό βάρος που απαιτεί ο ρόλος. Πώς να δώσει εντολές στον Μαργαρίτη Σχοινά ή να σηκώσει το τηλέφωνο στον Ερντογάν και στη Μέρκελ;

Εκτός κι αν το Οβάλ Γραφείο εκτιμά ότι ο υπουργός απλώς παρίσταται…